29.3.11

Φτάνει το πουλί στον Αλάχ;


Μετά από μια εβδομάδα κακοκαιρίας στη Ανατολική Ευρώπη, ο ουρανός έδειχνε και πάλι καθαρός ο ήλιος έριχνε τις καυτές ακτίνες του πάνω από τη χώρα μας και ο φίλος του γειτονικού διαμερίσματος κατέβηκε γεμάτος χαρά για να πλύνει το βρώμικο από την πολυήμερη βροχή αυτοκίνητό του. Γέμισε το κουβαδάκι του με νερό και άρχισε να τρίβει με στοργή τις λαμαρινές. Ιδαίτερα προσεκτικός ήταν στο καθάρισμα των τζαμιών όπου κοίταζε,ξανακοίταζε, έσκυβε και κοιτούσε από όλες τις γωνίες για να δει μην τυχόν και του ξέφυγε κάποιος κόκκος λάσπης. Αφού στέγνωσε και κέρωσε το γαλάζιο AYGO πράγματι έλαμπε καθώς το φως του ήλιου απλωνόταν πάνω του.
Περιχαρής ο φίλος μας ανέβηκε γρήγορα γρήγορα τις σκάλες ντύθηκε και ετοιμάστηκε να πάει στη δουλειά του μια και ήταν απογευματινός!
Κατέβηκε το ίδιο αεράτος όπως ανέβηκε φορώντας το κουστούμι του ενώ ο αέρας πλημμύρισε από το άρωμα που πλούσια είχε ρίξει πάνω του…
Μπήκε στο καθαρό αυτοκίνητο του, άνοιξε με το αριστερό χέρι το παράθυρο και με το δεξί ψαχούλευε τις συχνότητες στο ραδιόφωνο. Μόλις έπιασε μια του γούστου του έβαλε πρώτη και άρχισε να μειώνει την απόσταση προς την εργασία του.
Κάπου στη μέση της διαδρομής όμως ένα κόκκινο φανάρι, διέκοψε προσωρινά την πορεία του. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό το… κακό που τον περίμενε. Από το πουθενά πετάχτηκε ένας κοντούλης μαυρούλης και άρχισε να σαπουνίζει γρήγορα το παρμπρίζ στο γαλάζιο ΑΥGO. Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του κουστουμαρισμένου φίλου μας που βγήκε όπως όπως από το αυτοκίνητο του και άρχισε να βρίζει αδιάκοπα τον κοντούλη αλλοδαπό.
«Ρε μαλάκα σου ‘πα να το καθαρίσεις; Ρε βρωμιάρη δεν βλέπεις ότι είναι καθαρό! Με τόση μαυρίλα που ‘χεις πάνω σου που να δεις ρε σκατιάρη».
Μάταια ο κακομοίρης ο αλλοδαπός προσπαθούσε να δικαιολογηθεί: «Φίλος εγκώ πεινάει, 50 σεντς πάρει ψωμί».
«Τι ψωμί ρε, να πας στην πατρίδα σου να βρεις να φας ρε βρωμιάρη», άρχισε πάλι ο κουστουμαρισμένος φίλος μας! «Γαμώ εσένα και το μπουρδέλο το Πακιστάν σου ρε» ολοκλήρωσε τον εξάψαλμο του μπήκε στο αυτοκίνητο του, χαλάρωσε τη γαλάζια γραβάτα που φορούσε για να είναι ασορτί με το AYGO, άνοιξε τους υαλοκαθαριστήρες για να διώξει τους σαπουνάδες και αφού έριξε ένα τελευταίο γαμοσταυρίδι στον αλλοδαπό, που δεν το άκουσε καθώς είχε υποχωρήσει καμιά δεκαριά μέτρα από το σημείο του… εγκλήματός του, πάτησε γκάζι και εξαφανίστηκε!
Μετά από 20’ έφτασε στη δουλειά του με καθυστέρηση 15΄ λεπτών λόγω του τσακωμού, της εξάψεως του και των δύο, ευτυχώς μόνο, γύρων που έκανε στο οικοδομικό τετράγωνο για να βρει να παρκάρει. Ανέβηκε τις σκάλες μέχρι το τρίτο που ήταν το γραφείο του για να μην αργοπορήσει περισσότερο περιμένοντας το ασανσέρ από τον έβδομο και μπήκε αναψοκοκκινισμένος στο προθάλαμο του γραφείου. Εκεί αντίκρισε την γραμματέα του διευθυντή που δείχνοντας την πόρτα στο γραφείο του διευθυντή του είπε χαμηλόφωνα. «Σε ψάχνει ένα τέταρτο τώρα»…
Ο φίλος μας φτιάχνοντας τη γραβάτα του και το κουμπώνοντας το σακάκι χτυπάει δύο φορές σιγανά την πόρτα του διευθυντή, την ανοίγει και μπαίνει μέσα με το βλέμμα του να κοιτάζει χαμηλά. «Με ζητήσατε» απευθύνθηκε αγχωμένα στον διεύθυντή του. «Βρε καλώς τον» απάντησε αυτός. «Αργησες» είπε και κοίταξε εκνευρισμένα το ρολόι του! Ο φίλος μας ξεροκατάπιε και άρχισε να λέει: «Ξέρετε μου έ...», αλλά πριν προλάβει να συνεχίσει ο διευθυντής του κατακοκκίνισε και άρχισε να φωνάζει: «Εσενα όλο κάτι σου συμβαίνει ρε. Αντε τελείωνε ακαμάτη, σε πληρώνουμε τσάμπα, φέρε το φάκελο που σου είπα από τα χθες» και με το χέρι του χωρίς να τον κοιτάζει του ‘κανε νόημα να φύγει!
Η ημέρα του φίλου μας αν και ξεκίνησε όμορφα χάλασε και αναμενόταν να χαλάσει ακόμη περισσότερο.
Μετά από δύο ώρες εργασίας όπου κεφάλι δεν σήκωσε, πήγε στην κουζίνα να κάνει ένα τσιγάρο. Μόλις το άναψε πήγε να ανοίξει το παράθυρο για να φεύγει ο καπνός και τότε είδε ότι τα μακρινά πρωινά άσπρα σύννεφα, μόλις είχαν πλησιάσει και έδειχναν μαύρα σαν τον μαυρούλη αλλοδαπό και φουντωμένα σαν τον διευθυντή του… «Ωχ νέα μπόρα έρχεται», πρόλαβε να πει και το πρώτο μπουμπουνητό ακούστηκε! «Όχι ρε γαμώ το, τσάμπα το πλύσιμο» είπε και γύρισε στο γραφείο του χαλαρώνοντας από αγανάκτηση και πάλι τον κόμπο της γραβάτας του.
Κατά τις 9.30 το βράδυ ο φίλος μας φόρεσε το σακάκι του και ετοιμάστηκε να φύγει καθώς η βάρδια του είχε τελειώσει. Παρά τα έντονα μπουμπουνητά η βροχή που έπεσε δεν ήταν ιδιαίτερα δυνατή και υπολόγιζε πως το αυτοκίνητο του δεν θα είχε λερωθεί πολύ .
Μάταια όμως είχε ξεχάσει ότι είχε παρκάρει το αυτοκίνητο του κάτω από ένα πεύκο και αυτό φορτωμένο με ανοιξιάτικη γύρη είχε αδειάσει όλη την κίτρινη σκόνη πάνω στο πρώην γαλάζιο ΑΥGO.
Αφού ξεπέρασε το σοκ ο φίλος μας μπήκε στο αυτοκίνητο του και πήρε το δρόμο της επιστροφής ελπίζοντας πως η κακοτυχία του θα τελείωνε στο γεμάτο κίτρινη λάσπη αυτοκίνητό του.
Αμ δε, το κόκκινο φανάρι που τον είχε σταματήσει το πρωί δεν είχε διάθεση να τον αφήσει να περάσει… Περιμένοντας να ανάψει το πράσινο φανάρι ο φίλος μας έφερε στο νου του το επεισόδιο με τον αλλοδαπό και μετά το «λούσιμο» με την γύρη πόσο αστείο του φαινόταν. Μα να που από το σκοτάδι ξεπρόβαλε και πάλι ο κοντούλης αλλοδαπός με το λάστιχο στο χέρι. Μετά την μπόρα ευκαιρία ήταν για «υπερωρίες» για να καθαρίσει τα λερωμένα παρμπρίζ. Αναγνωρίζοντας το αυτοκίνητο του… αγριεμένου φίλου μας, πλησίασε και σήκωσε το χέρι που κρατούσε το λάστιχο πιο ψηλά κάνοντας νόημα για να καθαρίσει το παρμπρίζ…
Ο φίλος μας συμφώνησε και ο μαυρούλης άρχισε να του καθαρίζει το παρμπρίζ. Μόλις τελείωσε πλησίασε το παράθυρο του οδηγού. Μόλις αυτός όμως πήγε να του δώσει τα ψηλά ο αλλοδαπός αρνήθηκε και του είπε: «Φίλε εγκώ κεράσει πλύσιμο. Κουράστηκε να γκαμάς όλο Πακιστάν σήμερα. Μόνο που εγκώ είμαι από Ιραν. Πας εκεί αύριο… Στον Αλάχ δεν φτάνει το πουλί σου ε; Τη γκλίτωσε ευτυχώς» είπε και έφυγε γελώντας δυνατά! Ο φίλος μας νευρίασε για λίγο, αλλά κατάλαβε πως το είχε χάσει το παιχνίδι, έσκυψε το κεφάλι, έκλεισε το παράθυρο και έφυγε…

*Αφιερωμένο στο φίλο μου τον Γιάννη, που θα πρέπει να ξέρει πως ένα κομμάτι ψωμί είναι πολυτιμότερο από ένα καθαρό τζάμι… Τις πιο πολλές φορές το ξεχνώ και γω!!!

3 σχόλια:

  1. Ο καθένας έχει το βασίλειό του. Άλλος τους φίλους του, άλλος την οικογένειά του, άλλος τις... λαμαρίνες του (συγγνώμη Γιάννη, φίλε του Γούλα), άλλος όλα τα παραπάνω. Το θέμα είναι το εξής: Και τις πιο ακριβές και όμορφες κουρτίνες να έχεις βάλει στα (καθαρά) παράθυρα, η πραγματικότητα έξω από αυτά είναι μία. Ας κοιτάξουμε όλοι λοιπόν το τραβώντας τις κουρτίνες μπας και βρούμε τη λύση του...
    ΥΓ: Απ'τα καθημερινά μικρά της ζωής φαίνεται το μεγαλείο της ψυχής μας. Μην το ξεχνάμε...

    Ιουλία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φτάνοντας στο φαναρι, εκεινο το σιχαμενο το ερημικο, διπλα απο τους κάδους, ειδα τρεις αφγανους να στέκονται στο μπροστινο αυτοκινητο
    και να κανουν νοηματα ζητώντας χρηματα. Ενας έδειξε την κοιλιά του. Δεν τις αντεχω αυτές τις σκηνες, δεν τις μπορώ.
    Αμεσως πάτησα το εσωτερικο κλειδωμα. Ηρθαν προς το μερος μου. Μου εκαναν κι εμένα τα ιδια νοηματα. Το νοημα της πεινας.

    {Εχεις ντυθει με τα ακριβα ρουχα σου, εχεις μπει στο φρεσκοπλυμένο αυτοκινητο σου και πάς να πετάξεις 20 ευρώ για 2 ποτηρια αλκοολ.
    Κι ενας ανθρωπος στέκεται μπροστά σου και σου κανει το νοημα της πεινας.}

    Ηθελα να ανοιξω να του δωσω χρηματα, ειχα την τσάντα περασμένη στο λαιμο μου, αλλά φοβήθηκα. Ηταν τρεις.
    Και καθώς κοιταζα μπροστά μου σοκαρισμένη, ο ενας απο τους τρεις, που τον ειχα στα δεξια, σταμάτησε να ζητά.
    Τον εβλεπα με την ακρη του ματιου μου:
    Γυρισε προς τα σκουπίδια, βρηκε ενα κουτι πιτσα, το ανοιξε, πηρε ενα ξεροκομματο και το εφαγε.
    Εκει μπροστά μου, διπλα μου. Τη στιγμη που εγώ ειχα φοβηθει να ανοιξω το παράθυρο να του δώσω λιγα κερματα.

    {Κι εσυ, που εχεις ντυθει με τα ακριβα ρουχα σου, εχεις μπει στο φρεσκοπλυμένο αυτοκινητο σου και πάς να πετάξεις 20 ευρώ για 2 ποτηρια αλκοολ,
    αναρωτιεσαι ποσα ΔΕΝ μπορεις να κάνεις γι' αυτον τον ανθρωπο που στέκεται μπροστά σου και τρώει ενα κομματι πιτσα που μολις βρηκε στα σκουπιδια.}

    ΑπάντησηΔιαγραφή